Θύμηση (Κλείτος Κύρου)

Μίκης Θεοδωράκης, Στα περβόλια
(μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος, ερμηνεία: Μίκης Θεοδωράκης / έργο: Το τραγούδι του νεκρού αδελφού (1962))

Θύμηση

στον Νίκο Κύρου
in memoriam

Μεσάνυχτα
Στιγμή τελεσίδικη μ’ επιθανάτιο ένδυμα
Ερημικοί πελάτες ανοίγουνε την πόρτα
Με πρόσωπα οργωμένα απ’ το χιονόνερο
Δυο γυαλισμένα όργανα
Ικετεύουνε τις διμοιρίες του ανέμου
Μ’ ένα πρωτάκουστο τραγούδι
Ζητιάνα της αγάπης…
Δίνουμε την εντύπωση σακατεμένου

(Αδερφέ
Ο έρωτας σπάταλα ξεχύνονταν από τ’ ακρώνυχά σου
Κι αμέτρητες φορές αποζήτησαν έναν αρσενικό σου σπασμό
Πώς μπόρεσες να πεθάνεις
Το ηχηρό τραγούδι σου δε θ’ αντηχεί
Στην τροχαλία των ημερών που θα προβάλλει
Ο κάμπος θα μένει πάντοτε αδιάφορος
Κι η τρίτη Ιουλίου δε θα λείψει απ’ το ημερολόγιο.
Πώς χώρεσες στο ύστατο κρεβάτι που έσκαψες μοναχός σου
Τάχα τι μπόρεσες να πεις στερνή φορά
Στο ωρίμασμα της μέρας)

Απομείναμε ψηλαφώντας τη φλούδα του ονείρου
Ήμασταν μόνοι
Τα τραπέζια εγκαταλείφθηκαν γύρω μας

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949)

Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Σημείωση του Κλείτου Κύρου για το ποίημα:
Περαστικός από τη Λάρισα το χειμώνα του 1946, ήρθε ζωντανά στη μνήμη μου η εκτέλεση ενός ξαδέλφου μου από τους Γερμανούς που έγινε εκεί στις 3 Ιουλίου 1944.

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Κλείτος Κύρου

Εισβολή (Κλείτος Κύρου)

Εισβολή

Οι στρατιώτες φεύγαν σκυφτοί με σπασμένες τριάδες
Από τα δυτικά προάστια της χώρας
Γυναίκες με μπόγους στους ώμους
Αστοί φορτωμένοι χρυσάφι και τρόμο
Τα βαπόρια σφυρίζαν με απόγνωση
Οι επιβάτες συνωθούνταν χλομοί και αμφίβολοι
Το λιμάνι καιγόταν σσν δέντρο Χριστουγέννων
Αλλόφρονες δρόμοι
Ανοχύρωτη πόλη ψιθύριζαν κηρύχτηκε ανοχύρωτη
Το βράδυ φύσηξε μια ορφανή πειθαρχία
Συναχτήκαμε σε σπίτια συγγενικά
Κι ακούγαμε τις ανατινάξεις να κλυδωνίζουν
Τα ξάρτια της νύχτας
Πλαγιάσαμε κατόπι σ’ ένα πέτρινο μεταίχμιο
Πληγώσαμε τη σκέψη
Κάναμε υποθέσεις
Μπροστά σ’ ένα γρίφο με αυστηρή θωριά
Αλήθεια πώς θα ξημερωνόμασταν
Κανένας δε φαντάστηκε
Κανένας δε μάντεψε
Κανένας

Η μέρα πουλήθηκε το άλλο πρωί στις οχτώ
Μα δε φρόντισε κανείς να παραχώσει λίγον ήλιον στο χώμα
Το γέλιο στέγνωσε
Τ’ αστέρια σκουριάσαν
Τα δάχτυλα λιγοστέψαν
Στην καρδιά μας απλώθηκε ένας κάκτος
Νιώθαμε μόνοι τόσο μόνοι
Λες και μας αρνήθηκε μια γυναίκα
Μια γυναίκα πικρή
Μια γυναίκα ακατάληπτη
Μια γυναίκα που χαμογελούσε
Κι όμως ψιθύριζε ανελέητα
Το όχι

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949)

Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Translatum: Poetry of ThessalonikiΚλείτος Κύρου

Φωτογραφία και τίτλος ιστολογίου

α. Θεσσαλονίκη [Αρχείο φωτογραφιών «Θεσσαλονίκη Ολυμπιακή Πόλη 2004» - πηγή: Δήμος Θεσσαλονίκης]
β. Κραυγές της νύχτας: τίτλος συλλογής (1960) του Κλείτου Κύρου

Αρχείο

Δημοφιλή άρθρα & σελίδες

Σημείωσε τη διεύθυνσή σου για να γίνεις μόνιμος αναγνώστης του ιστολογίου και να ενημερώνεσαι μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για κάθε νέα δημοσίευση.

Join 431 other followers

Στατιστικά

  • 2,415 hits

Πνευματικά δικαιώματα

Creative Commons License
Poetry of Thessaloniki: Anthology by Vicky Papaprodromou is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.
Based on a work at www.translatum.gr.